Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

Βιοτεχνολογία και Μονοπώλιο

Το 2009 το 50% των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Monsanto αφορούσαν την γραμμή παραγωγής προϊόντων Roundup, καθώς εκτός από το ζιζανιοκτόνο, η εταιρεία προχώρησε στην παραγωγή γενετικά τροποποιημένων σπόρων, ανθεκτικών στο γλυφοσικό οξύ, με την εμπορική ονομασία, Roundup Ready.

Σύμφωνα με τη Monsanto, η συνδυαστική χρήση των σπόρων με το αντίστοιχο ζιζανιοκτόνο επιτρέπει στους καλλιεργητές να σπείρουν, χωρίς να διατηρήσουν μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των φυτών, μεγιστοποιώντας την απόδοση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Σήμερα στις ΗΠΑ το 90% της καλλιέργειας αραβοσίτου, σόγιας, βαμβακιού, ζαχαρότευτλων και ελαιοκράμβης (canola) είναι ανθεκτική στο γλυφοσικό οξύ και επομένως έχει υποστεί γενετική μετάλλαξη.

Στο παρελθόν, η Monsanto είχε εκφράσει την πρόθεση της να διαθέσει για εμπορικούς σκοπούς γενετικά τροποποιούμενους σπόρους περιορισμένης χρήσης (terminator seeds). Πρόκειται για «στείρους» σπόρους, που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην επόμενη σπορά, απειλώντας να καταστρέψουν τα μέσα συντήρησης και τις καλλιέργειες περισσότερων από 1,4 δις ανθρώπων, αλλά και την ίδια τη βιοποικιλότητα. Το 1999 η Monsanto δεσμεύτηκε να μην προχωρήσει στην εμπορική διάθεση τέτοιων σπόρων, λόγω των έντονων αντιδράσεων που ξέσπασαν, δέσμευση που ισχυρίζεται πως τηρεί μέχρι σήμερα.

Και αν η Monsanto δεν κατόρθωσε ακόμη να επιβάλλει τη χρήση της τεχνολογίας καταστροφής, ωστόσο οι πρακτικές που χρησιμοποιεί και το επιθετικό προφίλ που έχει υιοθετήσει στις δικαστικές διαμάχες της, επιβεβαιώνουν πως η στόχευσή της παραμένει σταθερή. Η εταιρεία κατοχυρώνει και ανανεώνει διαρκώς (ήδη κατοχυρωμένες) πατέντες γενετικά τροποποιημένων σπόρων, που εμφανίζουν φυσική αντίσταση σε ιούς και ζιζανιοκτόνα, αξιώνοντας, παράλληλα, την αποζημίωση της οποτεδήποτε γίνεται χρήση της τεχνολογίας της. Η καλλιέργεια της γης δεν υπακούει πλέον αποκλειστικά στους νόμους της φύσης.

Κάπως έτσι αφενός ορισμένα είδη, όπως το ινδικό πεπόνι (δηλωμένο στην παγκόσμια τράπεζα σπόρων ως παραδοσιακό ινδικό προϊόν), θεωρούνται πλέον ιδιοκτησία της Monsanto, αφετέρου οι καλλιεργητές υπογράφουν συμβόλαια με την εταιρεία, τα οποία τους δεσμεύουν και για τις μελλοντικές σπορές τους. Οι αγοραστές των σπόρων καλούνται να τους χρησιμοποιούν μία και μόνο φορά, καθώς ο σπόρος που προκύπτει μετά την πρώτη σπορά, θεωρείται και πάλι ιδιοκτησία της Monsanto, όπως άλλωστε και ο σπόρος ενός φυτού, στο όποιο έχει γίνει χρήση λιπάσματός της.

Μarch against Monsanto

Στις 12 Οκτωβρίου, το κίνημα “March against Monsanto” οργάνωσε τη δεύτερη παγκόσμια κινητοποίησή του ενάντια στην πλέον αμφιλεγόμενη πολυεθνική, με συγκεντρώσεις σε 52 χώρες και περισσότερες από 500 πόλεις.

Στις 25 Μαΐου, περίπου 2 εκατ. άνθρωποι διαδήλωσαν ενάντια στον κολοσσό της βιοτεχνολογίας, Monsanto, κυρίαρχης δύναμης στην παγκόσμια παραγωγή γενετικά τροποποιημένων σπόρων. Η πολυεθνική, εδώ και δεκαετίες, εξαντλείται σε πλήθος ανίερων πρακτικών, έχει εμπλακεί σε αναρίθμητες δικαστικές διαμάχες, ενώ παράλληλα απολαμβάνει ισχυρή προστασία από την αμερικάνικη δικαστική και πολιτική ελίτ.

Οι διαδηλώσεις έλαβαν χώρα σε 436 πόλεις και 52 χώρες, με τους εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές των ΗΠΑ να πρωτοστατούν, αφού στη χώρα δεν είναι υποχρεωτική η σήμανση των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων (με τις μεταλλαγμένες πρώτες ύλες να κυριαρχούν στην αγορά), την ίδια στιγμή που οι Aμερικανοί καλλιεργητές δέχονται σκληρές πιέσεις να παραμείνουν πιστοί στις εντολές της Monsanto με την απειλή ποινικών διώξεων.

Τον Ιούλιο το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ τάχθηκε υπέρ της Monsanto σε δικαστική διαμάχη της με 75χρονο γεωργό, τον οποίο και έκρινε ένοχο για παραβίαση δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας της πολυεθνικής. O Vernon Bowman καλείται πλέον να αποζημιώσει την εταιρεία, καθώς χρησιμοποίησε σπόρους της χωρίς να καταβάλει αντίτιμο στην ίδια , αλλά σε τρίτο πωλητή, ενώ παράλληλα τους χρησιμοποίησε δεύτερη φορά χωρίς την άδεια του παραγωγού, αναπαράγοντάς τους. Δημιουργώντας δεδικασμένο για πλήθος μικροκαλλιεργητών, πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική δικαστική απόφαση, που έγινε στόχος σφοδρής κριτικής.

Αντίθετα με τις προεκλογικές του δεσμεύσεις, ο πρόεδρος Ομπάμα τον περασμένο μήνα είχε υπογράψει διάταξη στα πλαίσια προσωρινού νομοσχεδίου δαπανών, με την όποια οριζόταν πως (τουλάχιστον για το επόμενο εξάμηνο) δεν μπορεί να απαγορευτεί καμία γενετικά τροποποιημένη καλλιέργεια από τα ομοσπονδιακά δικαστήρια, ακόμη και αν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή είναι επιβλαβής για τον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Η ψήφιση της διάταξης, γνωστής πλέον ως Νόμος Προστασίας της Monsanto (Monsanto Protection Law), προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς υπόσχεται νομική ασυλία στους φορείς βιοτεχνολογίας που πειραματίζονται με γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα. Διαρροές ήθελαν την διάταξη να μπαίνει προς ψήφιση « στα κρυφά» την τελευταία στιγμή, με πολλούς γερουσιαστές να μην γνωρίζουν καν την ύπαρξή της.

Εδώ παρουσιάζονται ορισμένα στοιχεία για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες "υψηλού ρίσκου" της Monsanto από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Η Ιστορία της Monsanto

Πολυεθνική, Αμερικανικών και Ισραηλινών συμφερόντων, με έδρα το Missouri των ΗΠΑ. Ιδρύθηκε το 1901. Λειτούργησε με την ονομασία αυτή έως το 1997, οπότε σταδιακά προέκυψαν τρεις εταιρείες, που μοιράστηκαν τις δραστηριότητές της. Η νέα Monsanto διατήρησε αποκλειστικά τις επιχειρήσεις αγροτικών προϊόντων της πρώτης εταιρείας, ενώ η πρώην Monsanto αποτελεί πλέον τη Pharmacia (θυγατρική της Pfizer). Σήμερα η Monsanto έχει παρουσία σε 46 χώρες.

Πρώτο προϊόν, που παρήγαγε η Monsanto υπήρξε η τεχνητή γλυκαντική ουσία, ζαχαρίνη, την οποία και πούλησε στην Coca Cola.

Το 1926 η εταιρεία ιδρύει την πόλη Monsanto (Sauget σήμερα) στο Illinois, για να εξασφαλίσει ένα φιλελεύθερο νομικό περιβάλλον, αλλά και χαμηλή φορολογία.

Τις δεκαετίες 1940 και 1950, ανώτερα στελέχη της Monsanto βοήθησαν εκτενώς στην κατασκευή των πρώτων πυρηνικών όπλων, συνεισφέροντας στις εργασίες του Dayton Project. Παράλληλα συνιστούσε κορυφαίο παραγωγό πλαστικών (συνθετικές ίνες, πολυστυρένιο), παραμένοντας έκτοτε μεταξύ των μεγαλύτερων χημικών βιομηχανιών ανά τον κόσμο.

To 1944 η Monsanto και άλλες 15 εταιρείες ξεκινούν την παραγωγή του εντομοκτόνου DDT (μη βιοδιασπώμενο), το οποίο απαγορεύτηκε στις ΗΠΑ το 1972, λόγω υψηλής τοξικότητας.

Τη δεκαετία του 1960 υπήρξε μία από τις σημαντικότερες εταιρείας παραγωγής του Agent Orange (πορτοκαλί παράγοντα), χημικού όπλου (φυτοκτόνο και αποφυλλωτικό, με περιεκτικότητα διοξίνης), που χρησιμοποιήθηκε εκτενώς από τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις στον πόλεμο κατά του Βιετνάμ. Σύμφωνα με τις αρχές της χώρας, περίπου 400.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή ακρωτηριάστηκαν και 500.000 παιδιά γεννήθηκαν με γενετικές ανωμαλίες, εξαιτίας της χρήσης του.

Το 1970 χημικός της Monsanto δημιουργεί τη ζιζανιοκτόνο ουσία glyphosate (γλυφοσικό οξύ), γνωστή με την εμπορική ονομασία Roundup, την πατέντας της οποίας διατηρούσε η εταιρεία μέχρι και το 2000. Το Roundup είναι ένα από τα πλέον διαδεδομένα σε χρήση ζιζανιοκτόνα, με τις έρευνες αναφορικά με την τοξικότητά του να οδηγούν σε αντιφατικά συμπεράσματα, την ώρα που υπάρχουν επίσημες καταγγελίες αλλοίωσης αποτελεσμάτων ερευνών από τα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Μέχρι το 1977, όποτε και απαγορεύτηκαν, η Monsanto παρήγαγε το 99% των PCBs (πολυχλωριωμένα διφαινύλια), χημικές ουσίες, που χρησιμοποιούνταν ευρέως από την αμερικανική βιομηχανία ως διηλεκτρικά και ψυκτικά υγρά. Πρόκειται για μη διασπώμενους οργανικούς ρύπους, που προκαλούν καρκίνους και πλήθος άλλων διαταραχών. Η υψηλή τοξικότητα τους ήταν γνωστή πολύ πριν την οριστική απόσυρσή τους.

Το 1982 επιστήμονες της Monsanto κατόρθωσαν την πρώτη γενετική τροποποίηση φυτικού κυττάρου, και πέντε χρόνια αργότερα πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες δοκιμές γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών.

Το 1985 η Monsanto προχώρησε στην εξαγορά της φαρμακοβιομηχανίας G. D. Searle & Company και το 1993 κατοχύρωσε την πατέντα για το φάρμακο Celebrex, που σημείωσε εξαιρετικά μεγάλη εμπορική επιτυχία και θεωρείται κλειδί για την εξαγορά των φαρμακευτικών εργασιών της Monsanto από τη Pfizer το 2002.

To 1994 η εταιρεία παρουσίασε την συνδυαστική αυξητική ορμόνη βοοειδών(rBST), τροποποιώντας γενετικά την πεπτιδική ορμόνη BST. Η Monsanto υποσχόταν πως η χορήγηση της ορμόνης σε αγελάδες κάθε δύο εβδομάδες, επρόκειτο να αυξήσει την παραγωγή γάλακτος κατά 20%, παραλείποντας να σημειώσει τις δραματικές αλλαγές που αυτή προκαλεί στις λειτουργίες των ζώων. Από το 2000 η ορμόνη που κυκλοφόρησε η Monsanto με την εμπορική ονομασία Posilac, έχει απαγορευθεί στην Ε.Ε., αν και στις ΗΠΑ και σε 21 ακόμη χώρες, η χρήση της είναι καθόλα νόμιμη.

Μέσω θυγατρικής της (Monsanto Choice Genetics), η Monsanto προχώρησε ακόμη για ορισμένο διάστημα στην εκτροφή χοίρων επιχειρώντας μάλιστα αποτυχημένα να πατεντάρει ένα νέο είδος γουρουνιού, μη γενετικά τροποποιημένου.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Εταιρείες Μεταλλαγμένων στην Ευρώπη

Υπάρχουν 6 ευρωπαϊκές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον χώρο των Γενικά Τροποποιημένων Οργανισμών. 
Η γερμανική Basf είναι μία από τις πιο γνωστές εταιρίες χημικών και πρόσφατα ανακοίνωσε ότι θα συνε­χίσει τις πειραματικές καλλιέργειες γενετικά τροποποιημένης πατά­τας σε περιοχές της Ανατολικής Γερμανίας, της Σουηδίας και της Ολλανδίας. Λόγω των αντιδράσεων στην Ευρώπη, η εταιρία μετέφερε, τους τελευταίους μήνες, το μεγα­λύτερο μέρος των ερευνών της στις ΗΠΑ. Δικά της δημιουργήματα είναι η γενετικά τροποποιημένη πατάτα Amflora, ενώ έχει κάνει πειραματι­κές καλλιέργειες στην Ευρώπη που αφορούν την πατάτα υψηλού αμύ­λου Modena και την πατάτα Fortuna. Η επίσης γερμανική Bayer Cropscience έγινε γνωστή για το μη εγκεκριμένο Γενετικά Τροποποιημένο ρύζι Liberty Link, που το 2006 μόλυνε το αμερικανικό ρύζι και προκάλεσε οικονομική ζημιά στους Αμερικανούς, καθώς οι εξαγω­γές τους μειώθηκαν κατά 40%, και για το Γενετικά Τροποποιημένο καλαμπόκι StarLink της θυγατρικής της Aventis Cropscience, που ενοχοποιήθηκε για σοβαρές αλλεργίες σε καταναλωτές.

Η ελβετική Syngenta είναι δημι­ουργός του Γενετικά Τροποποιημένου κτηνοτροφικού καλαμποκιού ΒΤ 176, που αποσύρ­θηκε από την κυκλοφορία το 2007 και ενοχοποιείται για πτώση παρα­γωγής γάλακτος και θανάτους αγελάδων, και δημιουργός του Γενετικά Τροποποιημένου γλυκού καλαμποκιού Βt 11, το οποίο προορίζεται για ανθρώπινη κατανά­λωση και καλλιεργείται ακόμη και σήμερα στη Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άλλες εταιρίες είναι η KWS SAAT AG, με έδρα τη Γερμανία που ειδικεύεται στην παραγωγή Γενετικά Τροποποιημένων Ζαχαρότευτλων, καθώς επίσης οι ολλανδικές Renessen LLC και Florigene Ltd, που ειδικεύονται στο Γενετικά Τροποποιημένο καλαμπόκι και στα Γενετικά Τροποποιημένα άνθη αντίστοιχα.

Δικαστικό μπλόκο στη γενετικά τροποποιημένη πατάτα της BASF

Το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακύρωσε την Παρασκευή την απόφαση της Κομισιόν να επιτρέψει την καλλιέργεια και τη διάθεση μιας γενετικά τροποποιημένης πατάτας, η οποία προορίζεται για χρήση στην παραγωγή χαρτιού. Η πατάτα Amflora της BASF έχει ούτως ή άλλως αποσυρθεί από την ΕΕ, ωστόσο αναλυτές θεωρούν ότι η υπόθεση αναδεικνύει προβλήματα σε ένα περίπλοκο σύστημα αδειοδότησης.

Όπως αναφέρει το Reuters, το δικαστήριο έκρινε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέτυχε να εφαρμόσει την προβλεπόμενη διαδικασία όταν επέτρεψε μονομερώς την καλλιέργεια και διάθεση της Amflora το 2010.

Η «μεταλλαγμένη» πατάτα της BASF, σχεδιασμένη να παράγει άμυλο για βιομηχανική χρήση, ήταν μόλις η δεύτερη γενετικά τροποποιημένη καλλιέργεια που έλαβε άδεια στην ΕΕ.

Το μόνο γενετικά τροποποιημένο φυτό που καλλιεργείται σήμερα στην Ευρώπη -κυρίως στην Ισπανία- είναι μια ποικιλία καλαμποκιού της Μonsantο με ανθεκτικότητα στα έντομα.

Η BASF απέσυρε την Amflora από την Ευρώπη το 2012 επικαλούμενη την αντίθεση της κοινής γνώμης και των κυβερνήσεων.

Σε αντίθεση με τις συμβατικές πατάτες, που παράγουν ένα μείγμα αμυλόζης και αμυλοπηκτίνης, η Amflora παράγει σχεδόν καθαρή αμυλοπηκτίνη, μια μορφή αμύλου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή χαρτιού, υφασμάτων και δομικών υλικών.


Διαδικαστικές παρατυπίες

Η Κομισιόν πρότεινε την αδειοδότηση της Amflora το 2007, έπειτα από θετική γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA). Το 2008, η BASF απείλησε με προσφυγή στη Δικαιοσύνη, κατηγορώντας την Επιτροπή για καθυστερήσεις.

Το θέμα παραπέμφθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ωστόσο οι κυβερνήσεις απέτυχαν να συμφωνήσουν την έγκριση ή την απόρριψη της αίτησης. Λόγω της ασυμφωνίας, η Επιτροπή άσκησε το δικαίωμά της να δώσει έγκριση μονομερώς το 2010.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Ελλάδα ανακοίνωσε ότι θα απαγόρευε μονομερώς την Amflora ενεργοποιώντας νομικές ρήτρες.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τώρα ότι η Επιτροπή όφειλε να παραπέμψει το θέμα εκ νέου στις χώρες-μέλη, καθώς η EFSA είχε εκδώσει νέα επιστημονική γνωμοδότηση το 2009.

«Η Επιτροπή παραβίασε τους διαδικαστικούς κανόνες των συστημάτων αδειοδότησης γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στην Ευρωπαϊκή Απόφαση» αναφέρει το δικαστήριο στην απόφασή του.

Έπειτα από την τελευταία δικαστική απόφαση, το μόνο γενετικά τροποποιημένο φυτό που επιτρέπεται να καλλιεργηθεί στην ΕΕ είναι το καλαμπόκι MON 810 της αμερικανικής Monsanto, το οποίο παράγει μια εντομοκτόνο ουσία ακίνδυνη για τον άνθρωπο.
Η Ελλάδα και πέντε ακόμα ευρωπαϊκές χώρες έχουν απαγορεύσει την καλλιέργεια του MON 810 ενεργοποιώντας νομικές ρήτρες.


10 Δεκεμβρίου 2013

Η ΕΤΑΑ χρηματοδοτεί τη Monsanto

Μεγάλη εντύπωση προκαλούν οι στενές σχέσεις της Monsanto με το τραπεζικό σύστημα και οι υψηλές της προσβά­σεις διεθνώς. Πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ) αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την εταιρία με 40 εκατομμύρια ευρώ.

Συγκεκριμένα, η τράπεζα αποφάσισε να διαθέσει αυτό το ποσό προκειμένου να συμμετάσχει στο χαρτοφυλάκιο της εταιρίας για τη χρηματοδότηση σπόρων και προϊόντων φυτοπροστασίας σε χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρωσία, η Ουκρανία, η Σερβία, η Τουρκία και η Ουγγαρία. Μέσω της χρηματοδότησης αυτής, η εταιρία θα μπορεί να αυξήσει τα όρια του δανεισμού, ώστε χιλιάδες αγρότες να μπορούν να επωφεληθούν από τα προϊό­ντα της, όπως αναφέρει το project της τράπεζας. Ή, πιο απλά, να μεταφέρει το ρίσκο της επένδυσης η Monsanto στους απλούς αγρότες.

Η ΕΤΑΑ, ωστόσο, δεν είναι μια τυχαία τράπεζα, αλλά μια γιγαντιαία πολυε­θνική επενδυτική τράπεζα με μετοχικό κεφάλαιο που έχει συγκεντρωθεί από 60 χώρες και διεθνείς οργανισμού., Η λειτουργία της αποσκοπεί στο να πραγματοποιεί επιχειρήσεις μόνο σε ιδιωτικές εταιρίες, οι οποίες δραστηριο­ποιούνται στις χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στη Ρωσία και στις χώρες της Κεντρικής Ασίας, και ειδικεύεται κυρίως σε θέματα ενέργειας. Το να χρησιμοποιείται δημόσιο χρήμα προκειμένου να διασφαλιστεί ο κίνδυνος της επένδυσης μιας ιδιωτικής εταιρίας με αμφιλεγόμενη λειτουργία είναι κάτι που ξεπερνά κάθε φαντασία και αποκα­λύπτει τις υψηλές της διασυνδέσεις ανά τον κόσμο.

Οι αντιδράσεις που ξεσήκωσε η συγκε­κριμένη απόφαση ήταν ουκ ολίγες. Το ευρωπαϊκό τμήμα της Greenpeace απέ­στειλε επιστολή προς την ΕΤΑΑ, στην οποία αναφέρει ότι «δεν πρόκειται να μοιραστούμε το ρίσκο της Monsanto», καθώς επίσης και ότι «δεν είμαστε διατεθειμένοι οι κυβερνήσεις μας να χρησιμοποιούν δημόσιο χρήμα για την κάλυψη των κίνδυνων της Monsanto». Ανεξάρτητα από το αν χρησιμοποιεί δημόσιο χρήμα ή όχι η εταιρία, ο κίν­δυνος παραμονεύει. Το μακροπρόθεσμο σενάριο του ελέγχου της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων ίσως τελικά να μην αποτελεί σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Μένει μόνο να το συνει­δητοποιήσουν και σι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο.

Πατέντα και στα γουρούνια από την Monsanto

Ο έλεγχος όμως της παγκόσμιας παρα­γωγής τροφίμων δεν περιορίζεται μόνο στις καλλιέργειες. Το 2005 η Monsanto επεδίωξε να αποκτήσει τα αποκλειστικά δικαιώματα στην αναπαραγωγή των γουρουνιών και των απογόνων τους. Ο οργουελικός της ισχυρισμός περιλάμβανε τη δημιουργία, κατόπιν έρευνας με μεθό­δους διασταύρωσης και επιλογής ειδικών χαρακτηριστικών, τεχνητής γονιμοποίη­σης και άλλων τεχνικών αναπαραγωγής ενός νέου είδους γουρουνιού. Το γου­ρούνι αυτό αποτελούσε εφεύρεση επειδή δημιουργήθηκε από τον συνδυασμό αυτών των στοιχείων με σκοπό να επι­ταχυνθεί ο κύκλος αναπαραγωγής του. Για τον λόγο αυτό η εταιρία κατέθεσε δύο αιτήσεις στον Παγκόσμιο Οργανισμό για τα Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας στη Γενεύη. Απώτερος στόχος ήταν να της δοθούν τα αποκλειστικά δικαιώματα ευρεσιτεχνίας στα γουρούνια σε περισ­σότερες από 160 χώρες ανά τον κόσμο. 



Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όποιος εκτρέφει γουρούνι με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά θα πρέπει πρώτα να λαμ­βάνει την άδεια της Monsanto, ή πιο απλά να περνά πρώτα από το ταμείο της. Τελικά η αίτηση της εταιρίας έπεσε στο κενό, ωστόσο η Monsanto δεν εγκατέ­λειψε την προσπάθεια. Με ανάλογες μεθόδους η εταιρία προ­σπάθησε να επεκτείνει τον έλεγχο της και σε άλλα προϊόντα. Λουκάνικα, σαλάμι, ζαμπόν, αβγά, υποπροϊόντα ψαριών είναι μόνο μερικά από τα προϊό­ντα, και όσο περνά ο χρόνος η λίστα όλο και θα μεγαλώνει. Το επιχείρημα της είναι πως στη διαδικασία παραγωγής των προϊόντων αυτών χρησιμοποιήθηκε σόγια προκειμένου να ταϊστούν τα ζώα που παρήγαγαν τα προϊόντα αυτά.