Στην Ελλάδα η καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων προϊόντων απαγορεύεται βάσει της ελληνικής νομοθεσίας. Ο δούρειος ίππος ωστόσο για την είσοδο της Monsanto και άλλων εταιριών βιοτεχνολογίας είναι η εισαγωγή κάθε χρόνο χιλιάδων τόνων μεταλλαγμένης σόγιας, η οποία σε πρώτη όψη φαντάζει εντελώς αθώα. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, μόνο το 2011 η χώρα μας εισήγαγε 571.000 τόνους σόγιας. Από αυτούς, το 70%, δηλαδή 400.000 τόνους, αποτελούσαν μεταλλαγμένη σόγια, της οποίας οι σπόροι ελέγχονται από παγκόσμιους κολοσσούς βιοτεχνολογίας, με τη μερίδα του λέοντος να κατέχει η Monsanto.
Η μεταλλαγμένη σόγια χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο στην κτηνοτροφία και κυρίως στην εκτροφή πουλερικών και χοιρινών. Λόγω της υψηλής της περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη, που μπορεί να αγγίξει ακόμη και το 40%, γίνεται ανάρπαστη τόσο από κτηνοτρόφους όσο και από μεγάλες εταιρίες παραγωγής ζωικών προϊόντων.
Μεγάλες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και συσκευασία γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς επίσης και εγχώριες εταιρίες πουλερικών, χρησιμοποιούν, σύμφωνα με στοιχεία της Greenpeace, μεταλλαγμένη σόγια αφειδώς στην εκτροφή των ζωοειδών. Ο κίνδυνος όμως παραμονεύει. Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η Monsanto λειτουργεί αθόρυβα αλλά μεθοδικά, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να δράσει.
Το πρόβλημα είναι διττό και αφορά κυρίως τον έλεγχο της παραγωγής τροφίμων. Κάτι που η μητρική Monsanto προσπαθεί εδώ και δεκαετίες να καταφέρει. Από τη μία, ανυποψίαστοι αγρότες προμηθεύονται μεταλλαγμένους σπόρους για καλλιέργεια από την εταιρία, οι οποίοι υπόσχονται υψηλές αποδόσεις. Ωστόσο, την επόμενη χρονιά, ο αγρότης, εφόσον επιθυμεί να καλλιεργήσει ξανά τον ίδιο σπόρο, θα πρέπει να τον προμηθευτεί αποκλειστικά από την εταιρία, καθώς η διάρκεια ζωής του σπόρου είναι μονοετής εκ κατασκευής του. Από την άλλη, όταν το σύνολο της κτηνοτροφικής παραγωγής βασίζεται στη μεταλλαγμένη σόγια, τότε δημιουργείται ένας κίνδυνος εξάρτησης από τις εταιρείες βιοτεχνολογίας όπως η Monsanto. Πιο απλά, η εταιρία δεν ελέγχει το τελικό προϊόν, αλλά ελέγχει έμμεσα όλα τα στάδια παραγωγής.
«Τα βασικά προβλήματα είναι διπλής φύσης. Αφενός πριν από λίγο καιρό παρουσιάστηκε στην ολομέλεια του Κοινοβουλίου μια πρώτη μελέτη, η οποία τεκμηριώνει ότι η χρήση μεταλλαγμένης σόγιας μπορεί να προκαλέσει προβλήματα υγείας. Αφετέρου, εάν ισχύσει το άνοιγμα στα μεταλλαγμένα, θα υπάρξει ένα ιδιόμορφο πατρονάρισμα των απόρων. Κάθε αγρότης θα καλείται να αγοράσει νέους σπόρους για την ετήσια σοδειά. Η ανθρώπινη εφευρετικότητα, δηλαδή, αντί να κάνει τους σπόρους να αντέχουν, τους κάνει να πεθαίνουν, στοχεύοντας αποκλειστικά στο κέρδος και εμμέσως στον έλεγχο της παραγωγής των τροφίμων», υπογραμμίζει στο Hot Doc ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Κρίτων Αρσένης.
Παράλληλα, η εισαγωγή χιλιάδων τόνων μεταλλαγμένης σόγιας κρύβει και μια άλλη πτυχή. Το κόστος για το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας μας είναι τεράστιο, καθώς κάθε χρόνο απαιτείται περί το 1,5 δις. ευρώ προκειμένου να εισαχθούν οι τεράστιες ποσότητες που απαιτούνται για την ελληνική κτηνοτροφία.
Η μεταλλαγμένη σόγια χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο στην κτηνοτροφία και κυρίως στην εκτροφή πουλερικών και χοιρινών. Λόγω της υψηλής της περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη, που μπορεί να αγγίξει ακόμη και το 40%, γίνεται ανάρπαστη τόσο από κτηνοτρόφους όσο και από μεγάλες εταιρίες παραγωγής ζωικών προϊόντων.
Μεγάλες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και συσκευασία γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς επίσης και εγχώριες εταιρίες πουλερικών, χρησιμοποιούν, σύμφωνα με στοιχεία της Greenpeace, μεταλλαγμένη σόγια αφειδώς στην εκτροφή των ζωοειδών. Ο κίνδυνος όμως παραμονεύει. Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η Monsanto λειτουργεί αθόρυβα αλλά μεθοδικά, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να δράσει.
Το πρόβλημα είναι διττό και αφορά κυρίως τον έλεγχο της παραγωγής τροφίμων. Κάτι που η μητρική Monsanto προσπαθεί εδώ και δεκαετίες να καταφέρει. Από τη μία, ανυποψίαστοι αγρότες προμηθεύονται μεταλλαγμένους σπόρους για καλλιέργεια από την εταιρία, οι οποίοι υπόσχονται υψηλές αποδόσεις. Ωστόσο, την επόμενη χρονιά, ο αγρότης, εφόσον επιθυμεί να καλλιεργήσει ξανά τον ίδιο σπόρο, θα πρέπει να τον προμηθευτεί αποκλειστικά από την εταιρία, καθώς η διάρκεια ζωής του σπόρου είναι μονοετής εκ κατασκευής του. Από την άλλη, όταν το σύνολο της κτηνοτροφικής παραγωγής βασίζεται στη μεταλλαγμένη σόγια, τότε δημιουργείται ένας κίνδυνος εξάρτησης από τις εταιρείες βιοτεχνολογίας όπως η Monsanto. Πιο απλά, η εταιρία δεν ελέγχει το τελικό προϊόν, αλλά ελέγχει έμμεσα όλα τα στάδια παραγωγής.
«Τα βασικά προβλήματα είναι διπλής φύσης. Αφενός πριν από λίγο καιρό παρουσιάστηκε στην ολομέλεια του Κοινοβουλίου μια πρώτη μελέτη, η οποία τεκμηριώνει ότι η χρήση μεταλλαγμένης σόγιας μπορεί να προκαλέσει προβλήματα υγείας. Αφετέρου, εάν ισχύσει το άνοιγμα στα μεταλλαγμένα, θα υπάρξει ένα ιδιόμορφο πατρονάρισμα των απόρων. Κάθε αγρότης θα καλείται να αγοράσει νέους σπόρους για την ετήσια σοδειά. Η ανθρώπινη εφευρετικότητα, δηλαδή, αντί να κάνει τους σπόρους να αντέχουν, τους κάνει να πεθαίνουν, στοχεύοντας αποκλειστικά στο κέρδος και εμμέσως στον έλεγχο της παραγωγής των τροφίμων», υπογραμμίζει στο Hot Doc ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Κρίτων Αρσένης.
Παράλληλα, η εισαγωγή χιλιάδων τόνων μεταλλαγμένης σόγιας κρύβει και μια άλλη πτυχή. Το κόστος για το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας μας είναι τεράστιο, καθώς κάθε χρόνο απαιτείται περί το 1,5 δις. ευρώ προκειμένου να εισαχθούν οι τεράστιες ποσότητες που απαιτούνται για την ελληνική κτηνοτροφία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου